εύπονος

εὔπονος, -ον (ΑΜ)
επίπονος, κουραστικός.
επίρρ...
εὐπόνως (Μ)
επίπονα, με μεγάλο κόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πόνος «κόπος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔπονος — toilsome masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπονώτερον — εὔπονος toilsome masc acc comp sg εὔπονος toilsome neut nom/voc/acc comp sg εὔπονος toilsome adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπονον — εὔπονος toilsome masc/fem acc sg εὔπονος toilsome neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπόνοις — εὔπονος toilsome masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.